Νύχτωσε νύχτα
Την τελευταία φορά που “ανέβασα” τις σκέψεις μου σε αυτή τη σελίδα, είχα στο μυαλό μου τη σύνταξη ενός διαφορετικού κειμένου. Ήμουν επηρεασμένος από ένα email που είχα λάβει από ένα πολύ στενό μου φίλο, με τον οποίο λόγω της γεωγραφικής απόστασης επικοινωνούμε και με αυτό τον άχαρο τρόπο. Στο ηλεκτρονικό αυτό γράμμα με ενημέρωνε για το θάνατο της μητέρας ενός κοινού μας φίλου. Η είδηση αυτή ήταν σαν ένα χτύπημα στο στομάχι για κάποιον που πνίγεται. Ήταν κάτι που και σε πονάει και σε ανακουφίζει. Μια παράξενη είδηση που ενώ την περιμένεις από καιρό τελικά όταν έρχεται δεν είσαι έτοιμος να τη δεχτείς.
Τη γυναίκα δεν είχα προλάβει να τη γνωρίσω. Λογικά δε θα έπρεπε να με είχε επηρεάσει τόσο ο χαμός της, όμως η τυχη το εφερε να συναντησω το γιο της μια μερα στο νοσοκομειο. Είχα μάθει για τον Άγγελο ότι τραβιέται με την υγειά της μητέρας του και για να είμαι ειλικρινής το περίμενα ότι θα συναντηθούμε μια μέρα στο νοσοκομείο. Δεν ήταν δα και τόσο τυχαίο αφού τα τελευταία χρόνια βρίσκομαι τακτικότατα σε αυτό το χώρο.
Διαβάζω λοιπόν το email και η σκέψη μου τρέχει σε εκείνη την (όχι και τόσο τυχαία) συνάντηση. Και στο μυαλό μου κολάι ένα στιχάκι από τραγούδι των Κατσιμίχα.
Είναι κάτι σταυροδρόμια μαγεμένα
που συναντιόμαστε και ύστερα χανόμαστε.
Δεν είπα ποτέ στον Άγγελο το πραγματικό λόγο που βρισκόμουν στο νοσοκομείο. Τον είδα σε άσχημη κατάσταση και για να μην τον παραφορτώσω και με τη δική μου ιστορία, απέδωσα επαγγελματικό χαρακτήρα στην παρουσία μου. Η μητέρα του βασανιζόταν άσχημα και ο ίδιος τραβιόταν δίπλα της σε Ελλάδα και εξωτερικό. Τον άκουσα, του είπα κι εγώ μέσες άκρες τα δικά μας τα ωραία και χαιρετηθήκαμε. Λίγες μέρες μετά ήρθε το σχετικό email. Από τότε ξέρω ότι τον ίδιο δεν πρόκειται να τον ξανασυναντήσω στο καφέ του νοσοκομείου.
Όπως σε αυτά τα μέρη δεν πρόκειται να ξανασυναντήσω την Αντα. Ο δικός της ο πατέρας εμφάνισε την αρρώστια μετά τον δικό μου κι όμως ταλαιπωρήθηκε πιο άγρια και έφυγε πρώτος. Την είχα επισκεφτεί δυο φορές στο νοσοκομείο, γιατί από το τηλέφωνο ακουγόταν χάλια και ήθελα να με δει δίπλα της. Την μια φορά μάλιστα είχα κι εγώ τον δικό μου νοσηλευόμενο (σε άλλο μαγαζί) αλλά ήξερα από πρώτο χέρι πόσο σημαντική είναι η συμπαράσταση σε τέτοιες ώρες.
Η ζωή ήθελε ο δικό μας αγώνας να είναι μαραθώνιος. Ο πιο εξοντωτικός από όλους. Με δυσκολίες που δεν περιγράφονται ούτε στην οθόνη, ούτε στο χαρτί, ούτε με τα λόγια.
Την εξέλιξη της ιστορίας δεν την ξέρει κανείς. Εγώ έχω μείνει ακόμα στο σταυροδρόμι. Το σταυροδρόμι που είναι καταραμένο και όχι μαγεμένο όπως αυτό του τραγουδιού. Εύχομαι να μη συναντήσω άλλο φίλο εδώ κι εγώ να ξεκολλήσω όσο το δυνατόν πιο γρήγορα και ανώδυνα.
Επί 2-3 βδομάδες μετά από εκείνο το email σκεφτόμουν να ανεβάσω αυτό το ποστ. Τελικά δεν μπόρεσα να βάλω σε σειρά τις σκέψεις μου και προτίμησα τότε να ασχοληθώ με κάτι πιο ανάλαφρο. Όμως αυτό που πρέπει να γίνει, αργά ή γρήγορα γίνεται και να που σήμερα βρήκα την ευκαιρία.
«την ευκαιρία»!
Τη γυναίκα δεν είχα προλάβει να τη γνωρίσω. Λογικά δε θα έπρεπε να με είχε επηρεάσει τόσο ο χαμός της, όμως η τυχη το εφερε να συναντησω το γιο της μια μερα στο νοσοκομειο. Είχα μάθει για τον Άγγελο ότι τραβιέται με την υγειά της μητέρας του και για να είμαι ειλικρινής το περίμενα ότι θα συναντηθούμε μια μέρα στο νοσοκομείο. Δεν ήταν δα και τόσο τυχαίο αφού τα τελευταία χρόνια βρίσκομαι τακτικότατα σε αυτό το χώρο.
Διαβάζω λοιπόν το email και η σκέψη μου τρέχει σε εκείνη την (όχι και τόσο τυχαία) συνάντηση. Και στο μυαλό μου κολάι ένα στιχάκι από τραγούδι των Κατσιμίχα.
Είναι κάτι σταυροδρόμια μαγεμένα
που συναντιόμαστε και ύστερα χανόμαστε.
Δεν είπα ποτέ στον Άγγελο το πραγματικό λόγο που βρισκόμουν στο νοσοκομείο. Τον είδα σε άσχημη κατάσταση και για να μην τον παραφορτώσω και με τη δική μου ιστορία, απέδωσα επαγγελματικό χαρακτήρα στην παρουσία μου. Η μητέρα του βασανιζόταν άσχημα και ο ίδιος τραβιόταν δίπλα της σε Ελλάδα και εξωτερικό. Τον άκουσα, του είπα κι εγώ μέσες άκρες τα δικά μας τα ωραία και χαιρετηθήκαμε. Λίγες μέρες μετά ήρθε το σχετικό email. Από τότε ξέρω ότι τον ίδιο δεν πρόκειται να τον ξανασυναντήσω στο καφέ του νοσοκομείου.
Όπως σε αυτά τα μέρη δεν πρόκειται να ξανασυναντήσω την Αντα. Ο δικός της ο πατέρας εμφάνισε την αρρώστια μετά τον δικό μου κι όμως ταλαιπωρήθηκε πιο άγρια και έφυγε πρώτος. Την είχα επισκεφτεί δυο φορές στο νοσοκομείο, γιατί από το τηλέφωνο ακουγόταν χάλια και ήθελα να με δει δίπλα της. Την μια φορά μάλιστα είχα κι εγώ τον δικό μου νοσηλευόμενο (σε άλλο μαγαζί) αλλά ήξερα από πρώτο χέρι πόσο σημαντική είναι η συμπαράσταση σε τέτοιες ώρες.
Η ζωή ήθελε ο δικό μας αγώνας να είναι μαραθώνιος. Ο πιο εξοντωτικός από όλους. Με δυσκολίες που δεν περιγράφονται ούτε στην οθόνη, ούτε στο χαρτί, ούτε με τα λόγια.
Την εξέλιξη της ιστορίας δεν την ξέρει κανείς. Εγώ έχω μείνει ακόμα στο σταυροδρόμι. Το σταυροδρόμι που είναι καταραμένο και όχι μαγεμένο όπως αυτό του τραγουδιού. Εύχομαι να μη συναντήσω άλλο φίλο εδώ κι εγώ να ξεκολλήσω όσο το δυνατόν πιο γρήγορα και ανώδυνα.
Επί 2-3 βδομάδες μετά από εκείνο το email σκεφτόμουν να ανεβάσω αυτό το ποστ. Τελικά δεν μπόρεσα να βάλω σε σειρά τις σκέψεις μου και προτίμησα τότε να ασχοληθώ με κάτι πιο ανάλαφρο. Όμως αυτό που πρέπει να γίνει, αργά ή γρήγορα γίνεται και να που σήμερα βρήκα την ευκαιρία.
«την ευκαιρία»!
Την ώρα που γράφω το κείμενο αυτό βρίσκομαι δίπλα του και έχω διακόψει πάνω από πέντε φορές για να τον βοηθήσω και να τον περιποιηθώ.








